«Μη γελάς, αφεντικό! Αν μια γυναίκα κοιμάται μοναχή, εμείς, όλοι οι άντρες, φταίμε. Όλοι θα ‘χουμε την άλλη μέρα, στην κρίση του Θεού, να δώσουμε λόγο. Ο Θεός όλες τις αμαρτίες τις συχωρνάει, είπαμε, κρατάει σφουγγάρι  ετούτη όμως δεν τη συχωρνάει. Αλίμονο στον άντρα, αφεντικό, που μπορούσε να κοιμηθεί με γυναίκα και δεν το ‘καμε  αλίμονο στη γυναίκα που μπορούσε να κοιμηθεί με άντρα και δεν το ‘καμε.»

 

Ασυμβίβαστος, κατά κανόνα αντισυμβατικός, ελεύθερος από κάθε είδους αντίληψη, ο Νίκος Καζαντζάκης πλανιόταν τόσο στην προσωπική, όσο και στη συγγραφική του πορεία σε μονοπάτια αγνώστων προορισμών  το νήμα της ζωής του το ξετύλιγε μοναχός του. Μα κάποιες φορές, εκείνες τις αδύναμες ευκαιριακές στιγμές που κάθε ανθρώπινο ον βυθίζεται στα σκοτάδια του, η γυναικεία υπόσταση βρισκόταν πάντοτε εκεί να του υπενθυμίζει την απούσα παρουσία της.

Πολλά αναπάντητα στο χρόνο ερωτήματα εκμαιεύονται για τη σχέση που είχε ή και που, -γιατί όχι-, να μην ήθελε να έχει ο Καζαντζάκης με το γυναικείο φύλο.

Φανερά, άλλωστε, ο ίδιος πλάθει στα αριστουργήματά του ήρωες κι όχι ηρωίδες  ήρωες που μάχονται με έναν βαθύτερο, εσώτερο εαυτό, πάνω σε δρόμους του ανήφορου, κατευθύνοντάς τους σε μια υπέρβαση ορίων και δυσκολιών.

Κάπου-κάπου, δειλά, αφανέρωτα ξεπροβάλλει και μια κάποια γυναικεία φιγούρα, πιθανότατα για να δηλώσει την ύπαρξη της, αλλά κυριότερα για να αποτελέσει μάλλον εκείνο το χαμηλότερο ‘’σκαλί’’  ανάβασης στην πορεία του κάθε άντρα  μα θαρρείς πως ξάφνου στη συνέχεια, αυτό το ποτισμένο από γυναικεία χάρη ‘’σκαλοπάτι’’ θα πρέπει να παραληφθεί, να καταστραφεί για να επιτευχθεί η ολοκλήρωση της ανάβασης.

Η γνώμη του Καζαντζάκη, βεβαίως, κι όπως θα μπορούσε μάλιστα κανείς να υποστηρίξει ότι προκύπτει από τα έργα του, διαμηνύει πως κατ’ουσίαν  η εναρκτήρια δύναμη στην δημιουργία του κόσμου και του πολιτισμού γενικότερα είναι πάντοτε ένας άντρας. Αντιθέτως, η γυναίκα φαντάζει να φαίνεται έτοιμη να αγαπά, να ξέρει να αγαπά, να αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στο σκοπό της αυτό και μέσω αυτής της διαδικασίας να κατορθώσει να πετύχει το σημαντικότερο όλων: να δημιουργεί τον άντρα.

Ίσως, όμως, ο Καζαντζάκης με τη μεθοδευμένη αυτή του άποψη να επιδιώκει τίποτε παραπάνω παρά μια εμφύτευση έντονης αμφιβολίας κι εξέχοντος προβληματισμού, ικανού να κλονίσει ακόμη και τις σημερινές ισορροπίες ανάμεσα στα δύο φύλα. Μήπως, τελικά, εκείνο που αναγκάζει μια γυναίκα να αγαπά τόσο βαθιά, τόσο πολύ, τόσο ακλόνητα δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο παρά η επιθυμία της να φέρει στον κόσμο τον άντρα; Ή μήπως, από την άλλη, εκείνο που την κάνει να ‘’αγαπά’’ δεν είναι η ίδια, μα η αρσενική υπόσταση που κουβαλά μέσα της;

Εισχωρώντας βαθύτερα, κοιτάζοντας κρυφά, παρατηρώντας ανεμπόδιστα τον Καζαντζάκη και τη σχέση με το ωραιότερο και συνάμα και το πιο αδύναμο, για εκείνον, φύλο εύκολα μπορεί κανείς να δει να ξεπροβάλλουν σπίθες ανεκπλήρωτων επιθυμιών, πόθων κι ερώτων ήδη από τα εφηβικά, ανέμελα ακόμη χρόνια του. Σε αυτά, λοιπόν, τα χρόνια και στον πρώτο του σαρκικό έρωτα, στο πρωταρχικό κι ανεξίτηλο στη μνήμη του, αντικείμενο του πόθου και του πάθους του θα αφιερώσει και το πρώτο του μυθιστόρημα, ‘’ Όφις και Κρίνο’’ μια ωδή που αφηγητής και πρωταγωνιστής γίνονται ένα, ζώντας έναν τρελά ερωτικό και σαρκικό πάθος καταλήγοντας να σκοτώνει την γυναίκα-καταστροφή του, κι έπειτα ο ίδιος να οδηγείται στην παραφροσύνη της αυτοκτονίας μέσα σε ένα κατάμεστο από λουλούδια δωμάτιο.

Θα ήταν κι αυτός μάλλον, ένας τρόπος του Καζαντζάκη να μας απλουστεύσει τον τρόπο με τον οποίο έχει τοποθετήσει τα δύο αντίθετα αυτά είδη, μέσα του. Από τη μια πλευρά παρουσιάζει απροκάλυπτα πως ποθεί σε έναν εξαιρετικά μεγάλο βαθμό τις γυναίκες, λατρεύοντας κι εξειδανικεύοντάς τες, ενώ από την άλλη ο ίδιος άνθρωπος γίνεται άθελα ή ηθελημένα, -κανείς δεν ξέρει-, υποστηρικτής μιας αντικρουόμενης, με την παραπάνω, άποψης ενός τυπικά διαμορφωμένου μοντέλου, το οποίο αποτυπώνει πως η καταλληλότερη θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι, προικισμένη με αρετές της τη σεμνότητα και την υποταγή της προς το πολυμήχανο, έξυπνο και δυναμικό αρσενικό ον. Άλλωστε, εύλογα έτσι κι ο ίδιος ο Καζαντζάκης καταλήγει να υποδεικνύει πως τις θεωρεί ανυπέρβλητα σαγηνευτικά εμπόδια, εξουδετερώνοντας τα όμως, μεταφορικά και συμβολικά τουλάχιστον, στοχεύοντας παράλληλα στην υψηλή πλήρωση του σκοπού του, την δημιουργία.

Θα μπορούσε έτσι, σχεδόν ανεπαίσθητα να υποστηριχθεί πως πιο ταιριαστή για εκείνον υπήρξε η δεύτερη στη σειρά σύντροφος στην ζωή του, χωρίς αυτό βέβαια να υποδηλώνει ή να αφήνει να εννοηθεί κάπου πως η πρώτη του σύζυγος, Γαλάτεια Αλεξίου-Καζαντζάκη δεν κατείχε εξέχουσα θέση στην καρδιά του.

Το τελευταίο, συνεχίζοντας, αγκυροβολημένο λιμάνι του, η Ελένη Σαμίου-Καζαντζάκη είχε όλες εκείνες τις χάρες και τις αρετές που ουσιαστικά επιζητούσε ο ασύμβατος χαρακτήρας και η αχόρταγη προσωπικότητα του Νίκου Καζαντζάκη, της γυναίκας που ζούσε στη σκιά του συντρόφου της, που σεβόταν τη μοναχικότητα και τη μοναξιά που απεγνωσμένα κι αδιανόητα επιθυμούσε εκείνος.

Εκείνη, εκείνη ήταν για τον συγγραφέα που μπορούσε θελημένα να ΄΄ράψει΄΄ με παντοτινά δεσμά την ζωή της παράλληλα και επάνω στην δική του, ώπου η παρουσία της θα πλανιόταν στον χώρο χωρίς να παρακωλύει την δική του, χωρίς να τον κάνει να ασφυκτυά περισσότερο από εκείνον τον βαθμό που μπορεί να αντέξει ο ψυχισμός του  γιατί ο Καζαντζάκης δε φάνηκε και το πιθανότερο είναι να μην υπήρξε και ποτέ διατεθειμένος να ΄΄βγει΄΄ έξω από τις επιταγές της ατομικότητας του ‘’εγώ’’ του.

Την αγαπούσε… Ναι την αγαπούσε. Αλλά με έναν τρόπο που φλέρταρε με τα πρόθυρα της αυτοθυσίας εκείνης, κι αναντίρρητα κάθε ανθρώπου που επιδίωκε μια οποιαδήποτε συναναστροφή μαζί του.

Συνταξιδιώτισσα στο μακρύ ταξίδι της ζωής του, πιστή ακόλουθος της σκέψης και της γραφής του, η Λένουτσκα του δακτυλογραφούσε τα χειρόγραφα του Καζαντζάκη, βιώνοντας συναισθήματα πρωτόγνωρα να την κατακλύζουν για το μυαλό και την γοητεία που ασκούσε αυτός ο άνθρωπος πάνω της, αφήνοντας την παραδομένη στο διάβα του. Στου Νίκου της, στην αγάπη της.

Οι δυο τους έζησαν μαζί κοντά στα τριάντα τρία χρόνια, από τα οποία τα είκοσι ένα εξ’ αυτών χωρίς γάμο, καθώς αυτό που τους ένωνε, αυτή η ετερώνυμη έλξη μεταξύ τους φάνταζε πανίσχυρο μπροστά σε εκείνο που πιθανολογουμένως να τους χώριζε… σε λίγο.

Τελικά, εν έτη 1957, το νήμα της ζωής του Καζαντζάκη έλαχε να κοπεί, αφήνοντάς την Λένουτσκά του χωρίς «φως».

Αυτό που κανείς μπορεί να συνειρμικά να συμπεράνει για τη σχέση του Νίκου Καζαντζάκη με τις γυναίκες, δεν είναι μάλλον και κάτι τόσο απλό στο να αποδοθεί.

Το σίγουρο, όμως, είναι πως στο τέλος η αγάπη του ανθρώπου για κάτι που δεν δύναται να αποσαφηνίσει, είναι ικανό να σημάνει και την ατέρμονη καταστροφή του.

 

Μέρος Α’: Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη: Καζαντζάκης και Χριστιανισμός (Μέρος Α’)

«Τρεις ψυχές, τρεις προσευκές:

Α’   «Δοξάρι είμαι στα χέρια σου Κύριε,  τέντωσέ με αλλιώς θα σαπίσω

Β’    Μη με παρατεντώσεις Κύριε,  θα σπάσω

Γ’    Παρατέντωσέ με Κύριε,  κι ας σπάσω!»

 

Για πολλούς  αναγνώστες η αναφορά στο όνομα «Νίκος Καζαντζάκης», είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια ζωή, -τη ζωή του- , να πάλλεται, να εναλλάσσεται μεταξύ πίστης κι απιστίας. Χωρίς αμφιβολία όμως, η ενασχόλησή του με τον Χριστό, υπήρξε ισόβια.

     Γεννημένος στην Κρήτη, τη λεβεντογέννα, και προερχόμενος από μια αυστηρά πατριαρχική και μια βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια, ο Καζαντζάκης υπήρξε πιστός χριστιανός μέχρι και την ήβη του, μέχρι εκείνη τη στιγμή που η θεωρία της επιστήμης εισχώρησε ραγδαία κι ανεμπόδιστα μέσα του, αλλάζοντας για πάντα την αντίληψή του για το χριστιανικό ιδεώδες. Βέβαια, στην αρχή μπορεί και ο ίδιος να καταχώνιασε κάπου την πίστη μέσα του, λόγω του Κοπέρνικου και του Δαρβίνου, δύο καινούριων φίλων του στα γυμνασιακά του χρόνια, ωστόσο ποτέ δεν κατέστη αποδέκτης θεωριών όπως του εμπειρισμού, του υλισμού και της μηχανιστικής αντίληψης.

Ορόσημο σε όλη του αυτή τη στάση, θα τεθεί το ταξίδι του στο Άγιο Όρος, παρέα με τον εγκάρδια επιστήθιο φίλο του, Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίο η λεπτή διαχωριστική γραμμή στα «πιστεύω» τους, τον έκανε να ταχθεί, για λίγο ακόμα, με τον Χριστό.

   Θα μπορούσε, λοιπόν, κανείς να υποστηρίξει πως για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου εκεί στις αρχές του 1920, ο Καζαντζάκης δεν δήλωνε ούτε χριστιανός, μα ούτε κι άθεος. Τίποτε λιγότερο από μια φαινομενική πλάνη, μια φαινομενική αντιχριστιανικότητα, σε μια προσπάθεια εξίσωσής της με μια πίστη που δε θα ήταν ποτέ ολοκληρωτικά χριστιανική, ούτε φυσικά  κι αντιχριστιανική, γιατί να μη μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απόλυτα μετα-χριστιανική;

Ολοφάνερα κι ανεπαίσθητα μπορεί και να ειπωθεί πως τη ζωή του τη διέπνεε μια πορεία θρησκευτικής εναλλαγής, όπου κάποιες ήταν οι φορές που ο Χριστός αφαιρούνταν κατά το πέρασμά του από τα μονοπάτια της Ορθοδοξίας και του Χριστιανισμού, προς την αλήθεια της επικράτησης της επιστήμης.

   Ωστόσο, ακόμη και στους χαρακτήρες των έργων του εύλογα κανείς παρατηρεί πως η ύπαρξη αυτής της ατέρμονης πάλης πίστεως και αμφισβήτησης ενυπάρχει, αφού από τη μια, τους πλάθει ώστε να γνωρίζουν ότι δεν είναι αθάνατοι σε συνυφασμό με μια μοίρα που τους κάνει κάθε φορά να υποφέρουν, να υπομένουν με όπλο την επιμονή και την καρτερικότητα δυσκολίες κι αντιξοότητες και πολύ συχνά να θυσιάζονται για χάρη της πίστης τους. Ενώ από την άλλη πάλι, οι ίδιοι χαρακτήρες του συμπεριφέρονται σαν να είναι αθάνατοι, εξαιτίας του ότι η υλικότητα τους λειτουργεί σαν υπηρέτης του αθάνατου στοιχείου που τους διακατέχει.

     Στην προσπάθειά του επομένως, να μάθει, να συνηθίσει και να αγαπήσει τον Χριστό και την πίστη που του προσφέρει, ο Καζαντζάκης βυθίστηκε σε ένα αβυσσαλέο κενό απόρριψης κι άρνησης.

Ο Χριστός που απέρριψε ο Καζαντζάκης, είναι ο δικός «μας», «παραδοσιακός Χριστός», που μας υποσχέθηκε τη μεταθανάτια, αιώνια ζωή στη Βασιλεία των Ουρανών. Εν αντιθέσει ο Καζαντζάκης μας προσφέρει έναν ολοκαίνουριο Χριστό, ένα μοντέλο της μετα-χριστιανικότητας, το οποίο ανταγωνίζεται κι αγωνίζεται να υπερνικήσει και να υπερβεί την ύλη.

Αυτό είναι κάτι, άλλωστε, που παρατηρείται και στα έργα του Καζαντζάκη να προβαίνει σε μια εξωτερίκευση του πόθου του να ξεφύγει από την κατώτερη ανθρώπινη φύση του και να φτάσει στην εξίσωση και πραγματοποίησή της ανώτερης, σπάζοντας και υπερνικώντας το αίσθημα της παγίδευσης, φτάνοντας στην κατάκτηση της ελευθερίας.

Σειρά έχει η είδηση του αφορισμού του.

Τη δεκαετία του 1950, ο Καζαντζάκης θεωρούνταν πλέον ένας καταξιωμένος, παγκόσμιας εμβέλειας, συγγραφέας. Κατηγορούμενος ως ιερόσυλος και άθεος, με αφορμή κάποια από τα πολλά αριστουργήματά του, τα οποία και θεωρήθηκαν προσβλητικά ως προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, τον Χριστιανισμό και τα χρηστά ήθη, ευρύτερα.

Με τυχαία αναφορά και χρονολογική σειρά, στο έργο του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», ο Καζαντζάκης υποδεικνύει τις αδυναμίες, τα αμαρτωλά τρωτά σημεία και πάθη των ιερέων. Στο «Καπετάν Μιχάλης», θεωρήθηκε πως ¨κατακρεούργησε¨ σε σημείο εξευτελισμού τον αγώνα του κρητικού λαού, καθώς και κάθε ίχνος ιερού και όσιου, έργο που τελικά χαρακτηρίστηκε «αντιχριστιανικόν και αντιεθνικόν». Τέλος, στον «Τελευταίο Πειρασμό», ο Καζαντζάκης εκθέτει τον Χριστό με ανθρώπινη υπόσταση κι αδυναμίες, δημιουργώντας σκληρή κριτική και καυστικά σχόλια γύρω από το πρόσωπο και την προσωπικότητά του.

     Όπως ήταν αναμενόμενο η Ορθόδοξη Εκκλησία αντέδρασε, κάτι που επέφερε σαν αποτέλεσμα τον διχασμό της κοινής γνώμης. Κάποιοι τάχθηκαν με την άποψη πως ο συγγραφέας δεν επιδείκνυε τον απαραίτητο σεβασμό προς τα «θεία», ενώ δεν έλειπαν κι εκείνοι που αναμφίβολα δήλωσαν πως τα έργα του, τίποτε άλλο παρά εξαίσια αριστουργηματικά αφηγήματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και πως κανένα στόχο ή πρόθεση δε θα μπορούσαν να έχουν στο να προσβάλλουν την Εκκλησία κι αυτά που πρεσβεύει.

     Επακόλουθο των διφορούμενων αυτών αντιδράσεων ήταν να ζητηθεί, και μάλιστα να απαιτηθεί ο αφορισμός του Καζαντζάκη από την Εκκλησία, εξαιτίας των πλείστων αντιδράσεων που είχαν δημιουργηθεί τόσο στον θρησκευτικό, όσο και στον συγγραφικό τομέα.

Το φλέγον ζήτημα της εποχής, περνώντας υπό την επίβλεψη σημαντικών προσωπικοτήτων, πραγματοποίησε μια ‘’στάση’’ και στον Τύπο, όπου μέσω των φυλλάδων και των εφημερίδων, κατέληξε πια σε μια ανεπανόρθωτη κόντρα που όλο και μεγεθυνόταν.

Τόσο η διακριτικότητα που τήρησε ο Καζαντζάκης με τη στάση του, όσο και η αποφυγή του να στηρίξει ή να διαψεύσει τις, κάθε είδους, υπόνοιες που αφήνονταν για εκείνον και τα έργα του, μπορεί ενδόμυχα να υποδηλώνει και μια αίσθηση απογοήτευσης ίσως και πικρίας για τα δρώμενα, καθώς και για τον ακραίο συμπεριφορισμό πολλών, απέναντί του.

     Τελικός προορισμός αυτής της διαμάχης, υπήρξε η Ιερά Σύνοδος, όπου η τελική απόφαση που επισήμως πάρθηκε, διαμήνυε πως η Εκκλησία δε θα έπρεπε να παρέμβει άλλο, καθώς η εξέταση του ζητήματος θα περνούσε σε ¨ανώτερα χέρια¨. Φοβούμενοι τις αντιδράσεις του αναγνωστικού κοινού, καθώς και τις συνέπειες του διχασμού που είχε επέλθει, η Εκκλησία περιορίστηκε στην αποτροπή των πιστών-αναγνωστών ως προς την ανάγνωση των βιβλίων του Καζαντζάκη, αφήνοντας στο Πατριαρχείο την ‘’εκδίκαση’’ της υπόθεσης.

Ο αφορισμός δεν εγκρίθηκε και το ζήτημα έκλεισε εκεί, αφήνοντας όμως τον Καζαντζάκη μη αποδεκτό κι ανεπιθύμητο ακόμη και μετά θάνατον.

     Συνοψίζοντας, η φιγούρα με το όνομα «Νίκος Καζαντζάκης», ναι μεν δε στάθηκε απαραίτητη στο πέρασμα των χρόνων, από την άλλη δε κατακρίθηκε κι επικρίθηκε απόλυτα σε πολλούς κλάδους.

     Μήπως όμως τελικά, κατηγορήθηκε άδικα;

     Μήπως, τελικά βαθιά, ενδόμυχα, όλοι δε φοβόμαστε κι από την άλλη αναζητούμε την εξίσωση μας με το ανώτερο;

        Εσύ, παιδί μου, τον φοβάσαι τον θάνατο;

 

Μέρος Β’: Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη: Ο Καζαντζάκης και οι γυναίκες «του» (Μέρος Β’)

Μόλις το 1930, μετά την εμφάνιση του Νίκου Καζαντζάκη στη μεταψυχαρική πεζογραφία, ξεπροβάλλει η προσωπικότητα του Γιώργου Σεφεριάδη, κατά κόσμον γνωστός με το φιλολογικό του προσωνύμιο ως Γιώργος Σεφέρης.

Πρόκειται όχι μονάχα για ένα χαρισματικά πηγαίο ταλέντο, μα και για μια ανανεωτικά ολόφρεσκη μορφή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Κάτι έχει αλλάξει στην δεκαετία του 1930, κι ετοιμάζεται τώρα να κορυφωθεί, εκπροσωπούμενο από μια φυσιογνωμία πέρα ως πέρα ελληνική, φωλιασμένη θαρρείς μέσα της ολόκληρη η ως τότε, ελληνική κληρονομιά.

Η αλήθεια είναι πως πληθώρα μελετών ενυπάρχουν ήδη για να εξερευνήσει κάποιος το μεγαλείο της ποιητικής περσόνας του Γ.Σεφέρη, μα το παρόν αφιέρωμα καθίσταται κάπως πιο ‘’ανάλαφρο’’ κι όχι δα τόσο πληροφοριακά φορτωμένο γύρω από το έργο με επακριβή καταγραφή τίτλων και ημερομηνιών.

Αρχικά, είναι άκρως απαραίτητο να διασαφηνίσουμε μια υπάρχουσα αλήθεια και γι’αυτό άλλωστε υπάρχουν οι αλήθειες, για να ακούγονται συχνά και σε μικρές δοσολογίες!

Δίχως αμφιβολία λοιπόν, ο Γ.Σεφέρης πέραν του πληθωρικού του ταλέντου, εκπροσωπεί και κάτι το ολότελα διαφορετικό, κάτι το συγκλονιστικό για τα ελληνικά δεδομένα μέχρι και το τέλος του 1920 κι αυτό δεν είναι άλλο παρά μια μοντέρνα, νεωτερική για άλλους αντίληψη γύρω και μέσα ασφαλώς στους κόλπους της ελληνικής ποιητικής παραγωγικότητας. Δεν είναι φυσικά τίποτε άλλο από την εισχώρηση του μοντερνισμού, -όπως ονομάστηκε μετέπειτα-, ο οποίος οικειοποιήθηκε με την συμβολή του Γιώργου Σεφέρη. Ήταν εκείνος από τους πρώτους και πιο σημαντικούς εκπροσώπους του. Ήταν εκείνος που συμπορεύτηκε μαζί του, αψηφώντας προγενέστερες προκαταλήψεις και παραδοσιακές συμβάσεις. Επομένως, θα μπορούσε πολύ εύκολα να λεχθεί πως Σεφέρης και Μοντερνισμός αποτελούν δύο εντελώς ταυτόσημα συστατικά για την ελληνική ποίηση της γενιάς του 1930.

Ο Σεφέρης έδωσε ένα συνονθύλευμα ποιημάτων κι έργων, άρτια εναρμονισμένο στην εκάστοτε ποιητική του συλλογή.

Έντονα επηρεασμένος από αυτή τη νέα μοντερνιστική χροιά που κυριαρχούσε, η ποίηση του χαρακτηρίζεται από ελεύθερη στιχουργία, ολοκληρωτικά απελευθερωμένη από την συμβατική παραδοσιακή της μορφή, καταργώντας μέτρο κι ομοιοκαταληξία κι αντικαθιστώντας τα από τολμηρές για τότε ίσως δεδομένα, εικόνες και μεταφορές.

Σε όλη αυτή την πολυπλοκότητα και την διάχυτη πρισματικότητα να αντιλαμβάνεται και να υφαίνει τα ποιητικά του στιχουργήματα, δε θα μπορούσε να μη συμπεριλάβει λεκτικούς κι εκφραστικούς συνδυασμούς  ξαφνιάζοντας το αναγνωστικό του κοινό κι αφήνοντας ίσως έτσι και την υπόνοια πως η γλώσσα υπήρχε και θα υπάρχει, χαρίζοντας στους λειτουργούς αυτής απειράριθμους κι ατελείωτα ευφάνταστους συνδυασμούς, άριστα διαπλεκόμενους μεταξύ τους, υποβοηθώντας μάλιστα έτσι την ποιητική γλώσσα να σημάνει π upιο συμβολική και ταυτόχρονα πολύσημη όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, που μάλλον από τότε και στο εξής το σίγουρο είναι πως θα υπήρξαν πολλές.

Προχωρώντας, δε θα μπορούσε να λείπει από τούτο εδώ το αφιέρωμα μια αναφορά στον τρόπο συγγραφής και γενικότερα στην υφολογία του Σεφέρη : σκοτεινότητα!

Ο Σεφέρης είναι απαισιόδοξος, αλλά πάντοτε υπάρχει σε εκείνον το αντισταθμιστικό φως που θα ανατρέψει το σκοτάδι. Είναι αναντίρρητα πρωτοφανές στοιχείο, στοιχείο μοντέρνο η όλη του αυτή κίνηση να μην σε αφήσει ποτέ να διαλυθείς, ποτέ να σπαράξεις όπως αυτό συνέβαινε πρωτύτερα με την ποίηση για παράδειγμα του Καρυωτάκη.

Η πίκρα, η απώλεια, η θλίψη του πολέμου και του θανάτου που θρήνησε με το πέρασμα του ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος φώλιασαν σαν βαθύ σκοτεινό πέπλο στην καρδιά και τη μνήμη κι έγιναν ολοένα και περισσότερο αντιληπτές στην υφολογία και στα πρόσωπα των ποιημάτων του, κρυμμένος πάντοτε ο ίδιος ο ποιητής πίσω από αυτά θέτοντας με διαφορετικό κάθε φορά σκοταδιστικό τρόπο το υπαρξιακό ερώτημα της επιβίωσης, μοχθώντας μέσω της φθοράς και του κενού που ορθώνεται μέσα στα ποιήματά του να επικοινωνήσει με τις ζωντανές υπάρξεις.

Από την άλλη πλευρά πάλι, εκείνο το συστατικό που σε συνεπαίρνει στην ποιητική αδιαλλαξία του Σεφέρη δεν είναι άλλο παρά η ικανότητα του να διαπλέκει τον μύθο στην Ιστορία.

Η μεγάλη ανάπτυξη της δραματικότητας σε απόλυτη συνάρτηση με την λυρικότητα που χαρακτήριζε την παλαιά ποίηση, φανέρωσε αισθητά την διάθεση της “ καινούριας “, -αν θα μπορούσε να αποκαλεστεί κατά αυτόν τον τρόπο-, ποίησης να αποστασιοποιηθεί από το φαινόμενο εκείνο της παλαιότερης. Κατά αυτόν τον τρόπο φανερώνεται ανεπαίσθητα το πέρασμα από την δραματικότητα προς την απόδοση, διανθισμένη με έναν πιο δωρικό, και ίσως κα λιτότερο τρόπο γραφής, δίχως φυσικά η όλη αυτή προσπάθεια να κατέχει την δυνατότητα να εφάπτεται ολοκληρωτικά με την λογοτεχνική έκφανση.

Και στο σημείο αυτό, ο αδιάκοπος παραλληλισμός ανάμεσα στην σύγχρονη εποχή και την αρχαιότητα συνιστά με τη σειρά του τη συνανάγνωση ενός μύθου με την ίδια την Ιστορία, την τροπικότητα που μέσω ενός μύθου κατορθώνει να μιλά με την ίδια την πραγματικότητα.

Χρήσιμο δε, θα ήταν να αναφερθεί πως κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, οι μοντερνιστές επειδή έρχονταν σε ρήξη με τον ρεαλισμό και τον δικό του τρόπο αποτύπωσης της σύγχρονης πραγματικότητας, ένιωθαν για κάποιον λόγο ίσως πιο άνετα με το να μιλούν μέσα από αναπαραστάσεις.

Έτσι, δίχως καμιά περαιτέρω αμφιβολία, θα πρέπει να εντάξουμε και τον Σεφέρη σε αυτή την “ κατηγορία “.

Ο Σεφέρης επιδόθηκε στην προσπάθεια του να εξωτερικεύσει με κάποιον λογικό ειρμό μια κατάσταση εντελώς ανεξάρτητη, τόσο από εκείνον, όσο κι από πρόσωπα των μυθιστορημάτων του.

Τοποθετημένος σε ένα μεγάλο ποσοστό από την εκάστοτε κάθε φορά περσόνα του ποιήματός του, καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία να αρθρώσει την συνύπαρξη πολλών και συνάμα διαφορετικών οπτικών εικόνων. Στον Σεφέρη άλλωστε, είναι διασφαλισμένη η μυθολογία που φανερά εξοικειώνει την σύγχρονη πραγματικότητα.

Καταλήγοντας, εκείνο για το οποίο μπορεί κάποιος να πει με σιγουριά είναι πως, ενώ ο ίδιος ο Σεφέρης επέρχεται με την τεχνική του σε μια ενικότητα, σε μια αστείρευτη ατομικότητα, στο τέλος εκπλήσσει το γεγονός πως μπορεί να συνομιλήσει με τη συλλογικότητα των προσώπων που χρησιμοποιεί και να καταστήσει εφικτή και τη συμμετοχή του αναγνώστη στα γραφόμενά του!

Άραγε, αν ο Σεφέρης ζούσε το δικό μας, σύγχρονο παρόν, θα επέλεγε να « σεφεριστεί » για μια ακόμη φορά;