Το ρολόι έδειχνε πια “παγωμένες ” δώδεκα. Είναι εκείνη η ώρα που κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει. Για άλλους αποτελεί ίσως πηγή έμπνευσης, και για άλλους πάλι το προσωπικό τους κολαστήριο.

Οι δείκτες του μεγάλου, ξύλινου ρολογιού στον τοίχο του σαλονιού, γυρνούσαν αργά και σταθερά, φαινομενικά ίδια με όλες τις προηγούμενες φορές. Καθισμένοι απέναντι, παρακολουθούμε σαστισμένος και ταυτόχρονα, -θα έλεγε κανείς- , γοητευμένος. Το ερώτημα τώρα είναι το ” γιατί “, μα η απορία δεν έλαβε πολύ χρόνο για να λυθεί.

《 Ποτέ δεν ξέρεις πότε οι δείκτες ενός ρολογιού θα σταματήσουν να γυρίζουν》, είπε κι εκείνη με τη σειρά της τον κοίταξε με μια αφανέρωτα έκδηλη περιέργεια. Της ανταπέδωσε το βλέμμα.

《 Είναι θέμα τύχης ή ατυχίας, θεωρώ, αν θα παρίστασαι την ώρα που θα συμβεί, αν θα το παρατηρήσεις λίγα δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, μέρες, ίσως και μήνες αργότερα πως το ρολόι σου σταμάτησε έτσι ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση 》,της είπε και συνέχισε να κοίτα καθηλωμένος τους δείκτες.

Εκείνη, συνέχισε να τον κοίτα, μα δεν μπορούσε να του απαντήσει. Ήταν λες και η γλώσσα στην οποία της απευθυνόταν να της ήταν άκρως κατανοητή, μα ταυτόχρονα και παντελώς άγνωστη. Σαν λες και οι λέξεις που πάσχιζαν με κάποιες άκαμπτες, σπασμωδικές κινήσεις να βγουν από τα χείλη της, ξεθώριαζαν όταν εκείνη πήγαινε να τις ξεστομίσει.

《 Ξέρω τι σκέφτεστε 》, της είπε, κοιτώντας την με μια απόλυτα σίγουρη ματιά.

《Οι άνθρωποι είναι πάντοτε πολύ απασχολημένοι για να ασχολούνται με μικρό πράγματα, όπως συνηθίζουν να τα αποκαλούν. Αδιάφορα κολλημένος μέσα στην ανία που τους προσφέρει η ήσυχα, κατά τα άλλα, στημένη καθημερινότητα τους. Τίποτε δεν αλλάζει γύρω τους, γιατί οι ίδιοι είναι εκείνοι που δε θέλουν να το αλλάξουν.

Μια συμβατικά άχαρη ζωή, μια κυκλική πορεία που ατελείωτα και τούτη επαναλαμβάνεται, κι αν αυτή θα σταματήσει θα είναι θέμα τύχης ή ατυχίας. Εσάς, όμως, πως σαν φαίνεται αυτό το ρολόι τοίχου; Εμένα δεν μου ταιριάζει κι απόλυτα με την αισθητική του χώρου. Δεν πολύ μιλάτε όμως για να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Μήπως να υποθέσω πως η παρουσία μου δε σας είναι ευχάριστη στο χώρο》;

Η γλώσσα της δέθηκε σαν ένας ολόσφιχτος φιόγκος. Το στομάχι της σφίχτηκε τόσο δυνατά που της έκοβε την ανάσα. Τι να απαντούσε περιμένοντας μιάμιση ώρα αναμονής σε έναν άγνωστο που είχε όρεξη να το ” παίξει ” φιλόσοφος, αναλύοντας δείκτες ενός ρολογιού; Και που το νόημα σε όλο αυτό; Δεν το έβρισκε, αλλά του αποκρίθηκε:

《 Εγώ το βρίσκω άκρως ταιριαστό με την διακόσμηση. Βέβαια, εξαρτάται και από το προσωπικό γούστο του καθενός, αλλά είναι ένα απλό ρολόι τοίχου, για πρακτικός πάντα λόγους μέσα στο χώρο 》.

Δεν την κοίταξε ούτε για ένα λεπτό καθώς εκείνη του απαντούσε. Σαν να μην έδωσε πότε προσοχή σε εκείνα που του απάντησε, μα φαινόταν πως είχε παρατηρήσει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ξαφνικά, με μια απότομη σηκώθηκε από τη θέση του και είπε:

《 Με συγχωρείτε, θα πρέπει να λείψω για λίγο 》.

Του αποκρίθηκε:

《 Μα είναι η σειρά σας μετά, είστε ο επόμενος. Γνωρίζετε αν θα καθυστερήσετε ή τουλάχιστον αν θα επιστρέψετε εγκαίρως 》;

Της αποκρίθηκε:

《 Ποιός μπορεί να ξέρει τι θα συμβεί όταν θα περάσω αυτό το κατώφλι; Μήπως, εσείς 》;

Το βλέμμα του τώρα ήταν κενό, διάφανο, σαν τα συναισθήματα κι εκείνος να μην είχαν συναντηθεί ποτέ σε αυτή τη ζωή. Κι εκείνη τρόμαξε, αλλά δεν το έδειξε. Δεν του απάντησε πίσω.

《 Χάρηκα που τα είπαμε. Εις το επανειδην 》, ακούστηκε να της λέει κι έγειρε την βαριά, λευκή πόρτα κατά την έξοδό του.

” Άλλο και τούτο πάλι, πολύ περιεργη μέρα σήμερα. Τί ήταν τώρα αυτό; “, άρχισαν οι σκέψεις να ξεπηδούν άδειλα μέσα στο κεφάλι της. Όμως οι σκέψεις της διακόπηκαν δυσάρεστα από το διπλανό δωμάτιο.

Ώρα βεβαιωμένου θανάτου, 12.40 π.μ.

… 3 μέρες αργότερα …

Καθισμένη στο γραφείο, κι ακούγοντας τη βροχή που μόλις είχε ξεκινήσει, την ώρα που η ματιά της επέστρεψε από το παράθυρο προς τα πίσω, ενώ το ραδιόφωνο είχε βάλει την αγαπημένη της μπαλάντα, κοντοστάθηκε στο ρολόι του τοίχου. Αβίαστα, ξεπήδησε από το μυαλό της η συζήτηση με εκείνον τον άγνωστο άντρα που είχε έρθει λίγες μέρες πριν και δεν εμφανίστηκε ξανά από τότε.

Μα όταν κοίταξε το είδε ολοκάθαρα,

12.40 π.μ.

Τη μέρα εκείνη δεν ήξερε τι να περιμένει. Δεν ήξερε τι θα συμβεί. Κι εκείνη η μέρα δεν άργησε να έρθει. Χρειάστηκε μονάχα μια ώρα και το είχε βρει στα μάτια εκείνου.
Ξέρετε, πολλές φορές οι άνθρωποι τείνουν να μην πιστεύουν πως θα τους συμβούν καλά πράγματα. Πιστεύουν πως ,ίσως, δεν τους αξίζουν. Η αλήθεια, όμως, είναι πως συνήθως δεν έχουν μάθει να ψάχνουν στα σωστά σημεία. Και τότε τα καλά “πράγματα ” έρχονται για να βρεθούν αντιμέτωπα με τους “αρνητές ” τους.
Εκείνη ήξερε πως δε μπορούσε να αγαπήσει. Το είχε προσπαθήσει πολλές φορές στο παρελθόν, μα δεν τα είχε καταφέρει. Έτσι, το είχε πάρει απόφαση πως οι σχέσεις της με τους ανθρώπους θα ήταν πάντοτε υπογραμμισμένες από μια λέξη : συμβιβασμός!
Όλα αυτά τα χρόνια πάσχιζε να βρει λέξεις και συναισθήματα για να αντικαταστήσει αυτό που εκείνη δε μπορούσε να έχει. Νόμισε πως με τον τρόπο αυτό, και ίσως μέσα απο τον δικό της παράλληλο συναισθηματικό κόσμο, θα είχε την ευκαιρία να καταλάβει, να νιώσει πως είναι να αγαπάς έναν άλλον άνθρωπο. Μα αυτή η ευκαιρία άρχισε να φαντάζει ολοένα και πιο μακρινή. Κι έτσι ξεκίνησε να το κατασκευάζει, να το φτιάχνει και να το επισκευάζει μόνη της, δίχως κανέναν να μπορεί να την διορθώνει.
Πέρασε πολύς καιρός για να έχει ένα άρτιο αποτέλεσμα. Κι όταν πια ήταν έτοιμο, ξεκίνησε να πειραματίζεται και να το δοκιμάζει. Έδειχνε να λειτουργεί, μα πολύ γρήγορα κατάλαβε πως όσο άδεια πήγαινε, τόσο κι άδεια γυρνούσε πίσω.
Όσοι την γνώριζαν την συμπαθούσαν, την λάτρευαν, την αγαπούσαν, μα εκείνη δε μπορούσε να ανταποδώσει. Ένα άψυχο πλάσμα, άκαρδο, να πλανιέται ανάμεσα σε φίλους, γνωστούς, υποψήφιους εραστές κι αυτή ανήμπορη να τους ανταποδώσει ούτε το ελάχιστο. Φαινομενική σκληρή, μα πιθανόν και το μέσα της να ήταν τελικά άτρωτο. Δεν λύγιζε, δεν πονούσε, δεν αγαπούσε. Απλά υπήρχε. Και τότε, ήρθε εκείνος!
Οι παλμοί της είχαν ανέβει κι ο θόρυβος ήταν τόσο εκκωφαντικός που ήθελε να ουρλιάξει. Δεν μπορεί να της συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όχι, χωρίς να το είχε επιτρέψει εκείνη. Δεν ήταν πια άτρωτη. Όχι πια, όχι σ’εκείνον.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν κατά τα άλλα αφόρητα βασανιστικές. Ένα συνεχόμενο πισωγύρισμα. Ένα “φύγε ” κι ένα “έλα ” ,δίχως τελειωμό. Ένας συνεχόμενος κύκλος που φαινόταν να μην είχε σταματημό. Εκείνη να τρέχει, κι εκείνη να την ακολουθεί • σε κάθε παρεξήγηση, σε κάθε ανούσιο καβγά, σε κάθε πεισματικό της “φτάνει “.
Εκείνη, έπιανε πολύ συχνά τον εαυτό της ανεξήγητα στεναχωρημένο. Και τότε, κατάλαβε.
Δεν το άντεχε. Δεν το άντεχε να τον πληγώνει, ούτε να τον στεναχωρεί. Ο τρόπος που την κοίταζε, ο τρόπος που την κρατούσε να μην φύγει από δίπλα του ήταν ό,τι πιο όμορφο κι ό,τι πιο θλιβερό είχε νιώσει. Αλλά συνέχιζε να το αρνείται. Όσο, όμως, και να μην το παραδεχόταν σε κανέναν, όλα πια είχαν πάρει τον δρόμο τους.
Όλο το φως και το σκοτάδι που έκρυβε μέσα της το έβλεπε πια να ξεχύνεται μπροστά της, και το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να σώσει εκείνον, παρά τον εαυτό της. Όλα άλλαζαν γύρω της, κι όλα έδιναν τη θέση τους σε εκείνον. Ακόμη, όμως, η άρνηση μέσα της δεν υποχωρούσε, όπως επίσης και η λαχτάρα της για εκείνον. Ώσπου ήρθε η ώρα να αποφασίσει. Αυτή τη φορά οριστικά!
Η απόφαση πάρθηκε αβίαστα. Ο πόνος που του προκάλεσε εκείνη την μέρα ήταν αφόρητος. Η απογοήτευση στο πρόσωπό του , η απογοήτευση στα μάτια του, μάτωσαν την καρδιά της. Και τότε, συνειδητοποίησε πως δεν γίνεται να τον κάνει άλλο να πονά.
Ο πόνος του μετατράπηκε στην δική της απελευθέρωση και θυμήθηκε μονομιάς πως την είχαν μάθει, -κάποτε- , να αγαπά.
Πάσχιζε να του εξηγήσει, φώναζε, χτυπιόταν, μα όλα έδειχναν πως αυτή τη φορά εκείνος είχε πάρει την απόφαση να φύγει μακριά της. Μα εκείνη δεν την ένοιαζε, παρά μονάχα να ήταν εκείνος καλά. Και τον παρακαλούσε να φύγει. Της άξιζε να φύγει μακριά της, αλλά ούτε και η ίδια ήξερε ποιον πόνο δεν άντεχε περισσότερο και πόσο η απουσία του φάνταζε ήδη αβάσταχτη. Θα τον έχανε, κι αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε πια να αλλάξει. Ήλπιζε, όμως πως δε θα πονούσε με το να βρίσκεται κοντά της. Εκείνη από την άλλη, θα έμενε, όσο εκείνος την χρειαζόταν. Μέχρι να σιγουρευτεί πως θα είναι καλά κι ύστερα θα εξαφανιζόταν σαν να μην υπήρξε ποτέ, γνωρίζοντας πως και οι δυο τους θα αναπνέουν για το υπόλοιπο της ζωής τους τόσο κοντά, μα τόσο μακριά ο ένας από τον άλλον.
Κι εκείνη τη στιγμή η τράπουλα ξανά μοιράστηκε και το παιχνίδι ξανά ξεκίνησε…
Η αγκαλιά του ήρθε αναπάντεχα να σώσει ο,τι διαλυμένο είχε απομείνει μέσα της. Την κράτησε τόσο σφιχτά, που η σκέψη της παραδόθηκε στην αγάπη της για εκείνον και τώρα τον κοιτούσε διαφορετικά. Εκείνον και κανέναν άλλον. Το ένιωσε από τότε, απκ εκείνη την πρώτη φορά που ανταμώθηκαν, η σκληρότητα και ο εγωισμός της όμως, δεν της άφηναν περιθώρια για τίποτε.
Αλλά η αμφισβήτηση στα μάτια του δεν είχε, ολότελα, χαθεί ακόμα, και κατά πάσα πιθανότητα να αργούσε και για πολύ ακόμη. Μα δεν την ένοιαζε. Ήταν εκεί, δίπλα της να την κρατά αγκαλιά όπως εκείνες τις πρώτες φορές, κι εκείνη διατεθειμένη πια να κάνει τα πάντα για να επανορθώσει. Ήταν για εκείνον, και το γνώριζε.
Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, από εκείνους που πολλοί ισχυρίζονται πως δεν υπάρχουν κι αποτελούν απλά ένα αποκύημα της φαντασίας των μεγάλων λογοτεχνών. Για εκείνη, όμως, ήταν ο έρωτας της, ο πρώτος της κι ο παντοτινός, όποια τροπή και να είχαν πάρει τότε τα πράγματα.
Πολλοί από εμάς θα αναρωτιόμαστε τώρα, τι μπορεί να απέγινε εκείνο το βράδυ. Αυτό, βέβαια, καλύτερα να το αφήσουμε στη φαντασία του καθενός, κι αυτό γιατί το χαρούμενο “τέλος ” σε ένα love story δεν είναι ποτέ πιστευτό, κι από την άλλη ένα λυπηρό “τέλος ” δεν αφήνει ικανοποιημένο το κοινό του. Κι εμείς, δεν έχουμε παρά να ευχηθούμε να ζήσουν εκείνοι καλά, κι εμείς… αληθινότερα!

Αμέτρητες είναι εκείνες οι φορές που στην ουσία τους δεν χρειάστηκε να αποφασίσουμε για κάτι. Από τη στιγμή που έχουμε επιλεχθεί για να υπάρξουμε σ’αυτόν τον κόσμο, η επιλογή καθίσταται κι αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μας.
Από την άλλη πλευρά, κανείς ποτέ δεν αναρωτήθηκε το λόγο που αυτές οι επιλογές είναι καμιά φορά λιγάκι παραστρατημένες κι οδηγούν σε αδιέξοδα τέλματα.
Από μικρά παιδιά μας δινόταν η ψευδαίσθηση πως οι δικές μας επιλογές καθορίζουν τόσο το δικό μας μέλλον, όσο και , – κάποιες φορές -, το μέλλον των γύρω μας.
“Μια σταλιά παιδάκι ήσουν όταν καταλάβαμε το πόσο σου αρέσει το ποδόσφαιρο κι αποφασίσαμε να σε στείλουμε για να μάθεις και να γίνεις μεγάλος και τρανός”! Αυτή η, κατά τα άλλα, κοινότυπη ατάκα, έρχεται πολλές φορές μέχρι και σήμερα σε συναντήσεις, σε συζητήσεις, για να στοιχειώσει ακόμη περισσότερο μνήμες κι αναμνήσεις που τις είχα πολύ καλά φυλακισμένες μέσα μου. Είχα πετάξει το κλειδί, μα δεν γνώριζα πως το απόθεμα σε αντικλείδια ήταν τόσο ανεξάντλητο, που ακατάπαυστα εμφανιζόταν κι ένα καινούριο.
Ίσως και το άλλο να φαντάζει κάπως γνώριμο κι οικείο στα αυτιά πολλών:
“Τι να σε κάνω; Αν τελικά έχεις επιλέξει το άλλο που “λέγαμε “, τώρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά “.
Κάθε φορά που η συζήτηση ξεκινούσε κατά αυτόν τον τρόπο, έβλεπα την αυτοκριτική μου κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα στο μεγάλο παράθυρο του σαλονιού • με έπιανε από το χέρι κι ανεβαίναμε πάνω. Εγώ καθισμένη, κι εκείνη απέναντι να με κοιτάει επικριτικά. Η απογοήτευση ήταν έκδηλη στο πρόσωπό της. Η φωνή της έτρεμε, θυμάμαι, κάποιες στιγμές σα να ήθελε να σπάσει, σαν να ήθελε να λυγίσει, σαν να μην βαστούσε η ψυχή της όλο αυτό που διαδραματιζόταν μπροστά της.
Τότε, καταλάβαινα πως ίσως όλο αυτό δεν ήταν δική της επιλογή. Πως κάποιος άλλος είχε διαλέξει για εκείνη. Πως ούτε κι εκείνη άντεχε να φέρεται με τόση απαξίωση σε ένα τόσο δα μικρό πλασματάκι.
Η απορία μου αυτή, όσο και να προσπάθησα να την καταπνίξω, να την ξεχάσω, να την σβήσω από το μυαλό μου, είχε καλά κυριαρχήσει μέσα μου κι ετοιμαζόταν για αντεπίθεση.
Μέσα σ’όλη αυτή τη βουή, κι εγώ για πρώτη φορά ίσως ικανός κι έτοιμος να διαξιφιστώ μαζί της. Περίμενα, μέχρι που κι εκείνη κόπασε. Αυτές οι ολιγόλεπτες στιγμές, ήταν άλλοτε παραδεισένιες για μένα, μα αυτή τη φορά οι αναστολές έπρεπε να παραμεριστούν και η επίθεση να είναι ακαριαία κι άκρως θανατηφόρα. Και τότε την κοίταξα. Στεκόταν ακίνητη, με μια ελαφριά κλίση προς τα αριστερά και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Σαν να περίμενε κι εκείνη τη λύτρωσή της. Το πρώτο βήμα, όμως, έπρεπε να γίνει από εδώ, από αυτό εδώ το δωμάτιο.
Σήκωσα το κεφάλι και την κοίταξα. Μου ανταπέδωσε. Μηχανικά, το μυαλό μου ξεκίνησε να δουλεύει, πιέζοντας τις λέξεις να βγουν απροσπέλαστες από μέσα μου. Ο τόνος ήταν στην αρχή ήρεμος και σταθερός, συνδυασμένος με μικρές αναγκαίες παύσεις.
Σάστισε. Το επικριτικό της ύφος, είχε τώρα μετατραπεί σε μια εμφανή γκριμάτσα έκπληξης, μη διαχειρίσιμης. Δεν της έδωσα το περιθώριο να αρθρώσει, ούτε καν να διανοηθεί να σκεφτεί. Είχα ,τώρα, μετατραπεί σε ένα άψυχο ον που όσο οι λέξεις μου την πλήγωναν βαθιά ,τόση ευχαρίστηση αντλούσα πίσω. Κάποιες απ’αυτές χάνονταν στην πορεία τους• άλλες πάλι ξεχείλιζαν σαν ποτάμια από τα μάτια μου, αλλά είχα πολλές. Είχα κι άλλες πολλές ακόμη.
Έκανα πολύ καιρό να την ξαναδώ. Καμιά φορά πήγαινα στο παράθυρο που συνήθιζα να την περιμένω, αλλά δε φαινόταν πουθενά. Έμοιαζε τόσο θολή η εικόνα της στο μυαλό μου, σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να μη συνέβη ποτέ, κι απλά η φαντασία μου κάλπαζε κι ύφαινε μονάχη της. Έκτοτε, δεν ξανά βρεθήκαμε ποτέ. Ίσως να κατάλαβε πως η παρουσία της ήταν πια περιττή, μα ίσως και τα λόγια μου ,στην τελευταία μας συνάντηση, να της άνοιξαν πληγές που ακόμη δεν είχε καταφέρει να τις κλείσει • πληγές αθεράπευτα βαθιές.
Η επιλογή, λοιπόν, δεν ήταν μοναδικά δικής της. Σίγουρα, είχα παίξει κι εγώ τον ρόλο μου σε όλο αυτό.
……………………………………………………..
Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να βαφτίζουμε τις επιλογές “δικές μας” και να πορευόμαστε με βάση το συμπέρασμα αυτό. Το σίγουρο, όμως, είναι πως μονάχα ένα μερίδιο από αυτές φέρει αποκλειστικά την δική μας ευθύνη. Σε έναν κόσμο που τα πάντα αλληλοεπηρεάζονται, σε έναν κόσμο που όλα αλληλοεξαρτώνται, οι επιλογές μας άλλοτε επηρεάζονται περισσότερο, κι άλλοτε λιγότερο.
Στο τέλος, όμως, πάντοτε έχουμε επιλογή!

Από μικρό παιδί αναρωτιόμουν γιατί οι άνθρωποι τείνουν συνεχώς να αλλάζουν παρέες, συντρόφους, φίλους και κύκλους, μην ξέροντας μάλλον κι οι ίδιοι καν πως ο φαύλος κύκλος του να “πηγαινοέρχεσαι”, -δυστυχώς-, δεν θα κλείσει ποτέ.

  Αν με ρωτήσει κανείς τώρα για τους παιδικούς μου φίλους, η μοναδική μου αντίδραση θα είναι αρχικά το απόλυτο κενό• κενό μνήμης, κενό συναισθήματος ή μπορεί κι απλά να είναι η άρνηση του εαυτού μου να μη θελήσει να θυμηθεί ανθρώπους και καταστάσεις που τον χάραξαν βαθιά. Καταστάσεις που μάλλον τον πλήρωσαν, μάλλον έφυγαν, μα σίγουρα δε θα ξανά γυρνούσαν ποτέ. Και η ιστορία ξεκινά κάπως έτσι. Με μια απλή, άϋλη σκέψη. Με μια απορία που ίσως, δε θα λυθεί ποτέ. 

  Σε συνδυασμό, λοιπόν, με όλες αυτές τις ανυπόφορες και συνάμα αιώνια άλυτες ερωτήσεις που ταλάνιζαν ασύγχρονα το “μέσα ” μου, άρχισε, παράλληλα, να πλάθεται ασυνείδητα κι αδίστακτα ένα αίσθημα άγνωστο. Στην ιδέα και μόνο του να συμβεί, όλος μου ο κόσμος μελάνιαζε, μαχόταν και ούρλιαζε, ενώ μάταια εγώ προσπαθούσα να τον αγκαλιάσω και να τον παρηγορήσω. Είχε νικήσει! Είχε φωλιάσει και μέρα με τη μέρα ένιωθα στα σπλάχνα μου να κυοφορώ τον μεγαλύτερό μου φόβο. 

  Ο καιρός,έτσι, προχωρούσε κι εγώ συμβιβαζόμουν όλο και περισσότερο πως πλέον και για όλο μου το υπόλοιπο, η πορεία μας θα είναι παράλληλη και κοινή. Μα εσώτερα, ήλπιζα με όσο σθένος μου είχε απομείνει, πως τούτες εδώ οι παράλληλες, δε θα συναντηθούν ποτέ! 

  Όλα είχαν γραφτεί πιο νωρίς, μα τότε δεν γνώριζα να τα διαβάσω, μήτε και για να είμαι ειλικρινής προσπάθησα ποτέ. Είχα το “κακό ” συνήθειο να αφήνω τη βούληση των ανθρώπων ελεύθερη, αβίαστη, αυθόρμητη να μου παρουσιάσει το ποιοι πραγματικά προσπαθούσαν να γίνουν στο πλάι μου. Ποτέ δεν προσπαθούσα να αλλάξω την “χωρίς αναγκασμούς” αυτή πορεία• αν κάτι τελείωνε, τελείωνε και δεν υπήρχε γυρισμός. Δεν επεδίωκα καν να υπάρξει, και μ’αυτην μου την απόφαση συνέχισα να συμπορεύομαι.

  Άρχισα δειλά, άκομψα κάποιες φορές να πλάθω τις σχέσεις μου με τους άλλους, να υφαίνω ασταμάτητα δίχως να διορθώνω κάτι που δεν μ’άρεζε από την αρχή. Είχα πειστεί πως “τέλειο”, δε σημαίνει κι “αψεγάδιαστο “, κι έτσι έμαθα να καλοδέχομαι το οτιδήποτε δίχως να αμφιταλαντεύομαι και να αναρωτιέμαι, να παραξενεύομαι και να ενοχλούμαι από την εκάστοτε συμπεριφορά και κατάσταση, μέχρι…

  Στην διάρκεια αυτής της εσωτερικής κατανόησης των πραγμάτων, κάθε υφής ανθρώπου κατάφερνε να αγγίζει το μέσα μου και να αναμειγνύεται με αυτό. Άραγε, ήταν πράγματι η εγκατάλειψη που φοβόμουν ολοκληρωτικά ή με τρόμαζε το να μείνω αποκλειστικά μόνη με τον εαυτό μου;

Το δύσκολο σημείο, βέβαια, ήταν όταν αυτό το κομμάτι ξεκολλούσε από μένα, και η επούλωση, για άτομα σαν και του λόγου μου, είναι μια χρονοβόρα διαδικασία. Ολοένα και πιο έντονο, ολοένα και πιο συχνό, σαν ένας εφιαλτικός κύκλος, σαν ένα ατελείωτα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο, μόνο που κάθε φορά, με ράγιζε όλο και βαθύτερα.

  Κι έρχονταν κι εκείνες οι φορές που ο χρόνος δεν προλάβαινε να το “γιατρέψει “. Οι παύσεις δεν διαρκούσαν πια πολύ, τα κενά δεν ήταν πια αρκετά. Και τότε κατάλαβα. Οι άνθρωποι, βλέπεις, συνήθιζαν πάντοτε να μου μιλούν με λέξεις, φαινομενικά κι αδιόρατα εύλογα επιχειρήματα. Το πρόβλημα δε, ήταν πως εγώ έμαθα να τους κοιτάζω με συναισθήματα, αφιλτράριστα κι ανίκανα να αντιδράσουν.

Εκείνη τη φορά ήταν που κατάλαβα γιατί δε μπορούσα να ξεφύγω απ’όλο αυτό. Μα ήταν πια αργά…

    ……………………………………………….

 

  Λίγο καιρό μετά, έπαψα πια να αντιστέκομαι. Τα πράγματα είχαν διαλέξει και πλέον είχαν πάρει τον δρόμο τους. Κι εγώ δεν είχα άλλη επιλογή, παρά να ακολουθήσω και να πλανιέμαι σε μια διαδικασία λήθης. Γιατί καμιά φορά, η πιο σωστή απόφαση, είναι να πηγαίνεις με την ροή των πραγμάτων!

Πολλές είναι εκείνες οι φορές που κάθομαι και συλλογιέμαι πως
θα είχε εξελιχθεί, τόσο η ύπαρξη όσο και η ζωή μου αν δεν είχα
περάσει ποτέ εκείνο το κατώφλι. Τι άνθρωπος θα’λεγα πως ήμουν,
αν δεν φώλιαζε μέσα μου η αρμονία ετούτη!
Ώρες ατέρμονες αφιέρωνα σε αυτό τον πρωταρχικό πάθος της
ζωής μου, ώρες που δεν λογάριαζα, δεν τις μετρούσα μπροστά
στο μεγαλείο που χάριζε στην ψυχή μου, (χαλάλι του)!

Δεν σκεφτόμουν, δεν βαστούσα να περάσει μέρα δίχως αυτό.
Φυσικά, το πρώτο διάστημα κατακλύστηκε κι από έναν
απροσπέλαστο ενθουσιασμό, καθώς κι από μια συγχρονικά,
ταυτόχρονη παραμέληση πολλών άλλων ‘’ καθηκόντων ‘’ που
τύχαινε τότε και πλαισίωναν την καθημερινότητά μου.
Κι ύστερα, ήρθε η ώρα της τελικής απόφασης, της δικής μου
επιλογής, του δικού μου ‘’ αγριμιού ‘’…
Άγγιζα, με τα χέρια μου να περιφέρονται αέναα χωρίς καν να
φανταστώ πως ετούτα τα πλήκτρα, τούτο το φως και το σκότος
μαζί θα σφράγιζαν αργότερα μέσα τους τις πιο γλυκές, αλλά και
τις πιο λυπητερές μελωδίες της ζωής μου. Άλλωστε, πότε φως και
σκοτάδι κατάφεραν να συνυπάρξουν πραγματικά;
…..
Η ώρα της μελέτης υπήρξε μια δύσκολη, για εμένα πάντα, ώρα.
Βλέπετε, το μέτρο, από όποια μεριά και να θελήσει κανείς να το
εξετάσει, δεν κατείχε ποτέ κανένα απαραίτητο ρόλο στη ζωή μου.
Άκουγα, μονάχα μπορούσα να ακούσω αυτό που ήθελα να
ακούγεται, παίζοντας…Τα δάχτυλά μου, τα λογάριαζα για κύματα
όπως τα έβλεπα να μεταπηδούν επάνω στις ασπρόμαυρες
τονικότητες, και η ευωδία της μελωδικότητας, καθησύχαζε τα
θεριά μέσα μου, που άλλοτε κατόρθωνα και τα πολεμούσα, κι
άλλοτε με κυρίευαν καθηλωτικά.
Πληθώρα οι εικόνες στο κεφάλι μου, με άλλες σύντομες,
βραχύχρονες να περνούν η μία μετά την άλλη, -έπρεπε να
δουλέψω περισσότερο τα staccato μου, κι άλλες να απλώνονται
σαν αυλαία μπροστά στα μάτια μου και να θολώνουν
ανυπέρβλητα το ‘’ εγώ ‘’ μου, -πιο μελωδικά, Μαρία, τα legato σου.
Εκείνες, όμως, που κόπιασα περισσότερο να κατευνάσω, να
αποσταθεροποιήσω, ήταν οι μνήμες οι ισχυρές που δεν
υποχωρούσαν, παρά ξεπρόβαλλαν ξανά και ξανά για να μου
υπενθυμίζουν το πόσο καλά γνώριζαν τι συνέβαινε μέσα μου, όταν
εγώ συνεπαρμένη από τονικότητες κι ανεβοκατεβάσματα οκτάβων,
αφηνόμουν να με παρασύρουν σε μονοπάτια άβατα, ατέλειωτα, –
πιο σταθερές οι trille σου.
Τέτοια, ήταν για πολλά χρόνια η σχέση μου με τη μουσική,
αμφίδρομη κι ανεπαίσθητα διαταραγμένη. Μα την αγαπούσα κι ας
μην ήταν ποτέ της τέλεια. Την αγαπούσα και ας μην γίνηκε ποτέ
της εξιδανικευμένη. Την αγαπούσα, γιατί ήταν μοναδικά δική μου
και κανείς ποτέ δε θα μπορούσε να μου την πάρει, ή τουλάχιστον
έτσι πίστεψα εκείνη τη στιγμή!
( -Και μετά; Τι έγινε μετά;)
Μετά; Δε θυμάμαι μετά. Τα χέρια μου σαν να σταμάτησαν να
υπακούν σε χρόνους, παύσεις και μέτρα.
Το tempo μου γινόταν όλο και πιο diminuendo κι έπειτα ritardano,
ritenuto.
Έπαυσα για λίγο να ‘’ παίζω ‘’, μα οι πόθοι δεν συνηθίζουν να
εγκαταλείπουν την persona τους. Είναι παρόντες, καρτερώντας και
πάλι για το πρώτο τους accelerando.
Δεν κατόρθωσα ποτέ να σταματήσω να παίζω πιάνο. Αυτό θα
είναι για πάντα το πρώτο μου πάθος!

 

Μέρος Α’: Diminuendo (μέρος Α’)

Κάτω από τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα του γραφείου έμοιαζαν όλα να κινούνται στους καθημερινούς, φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Σαν μια sonata γεμάτη από χρωματισμούς και άψογα εκτελεσμένα legato. Τίποτα δεν πρόδιδε αυτό που θα ακολουθούσε…

Εκείνο το διάστημα της ζωής μου θα μπορούσε με ευκολία να χαρακτηριστεί από μια νηνεμία· τίποτε το εξωφρενικά απίστευτο να συμβεί, μα κι όλα αρμονικά αναμενόμενα και δεδομένα. Μια εκκωφαντική ησυχία, που όμως μέσα μου φάνταζε απελπιστικά θορυβώδης.

Καθώς βημάτιζα προς τη θέση που είχα παρκάρει το αυτοκίνητο ερχόμενη το πρωί στη δουλειά, τα άκρα μου ξεκίνησαν να πραγματοποιούν μια υποτυπώδη αμφιταλάντευση. Το κορμί μου άρχισε να κινείται στους εισαγωγικούς ρυθμούς μιας overture, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό μια τραγική μελαγχολία η οποία από εκείνο το βράδυ κι έπειτα έμελλε να γίνει η ασπίδα της ζωής μου, όπου κανείς δε θα την διαπερνούσε.

Σε συνάρτηση με εκείνη την αγωνιώδη σπιρτάδα που μαρτυρούσε το σώμα μου, η καρδιά μου, θεριό ανήμερο κι ανυπότακτο ακολουθούσε το τέμπο ενός prelude γεμάτο με εναλλαγές  από accelerando και rallentando. Η αντάρα και η ανυπομονησία γύρω μου, αλλά κυρίως μέσα μου, μ’ ανάγκασε να κοντοσταθώ για λίγα δευτερόλεπτα μπροστά από τα υπόλοιπα στη σειρά, παρκαρισμένα οχήματα. Έπρεπε να κατορθώσω να ησυχάσω το μέσα μου, να καταφέρω να το επαναφέρω a tempo.

Οι αισθήσεις μου εναρμονίστηκαν τελικά με τις αργές και βαθιές ανάσες που πήρα· το θεριό μέσα μου σταμάτησε να κλωτσάει. Δεν ήθελε πια να δραπετεύσει. Πλέον, όλα άρχισαν να ‘’ παίζουν ‘’ και πάλι σε andante.

Οι σχέσεις μου με τη μουσική ήταν πάντοτε αμφιταλαντευόμενες, μα και κατά κάποιον τρόπο μπερδεμένες στο κεφάλι μου. Θυμάμαι μικρό κοριτσάκι ήμουν ακόμη όταν ο μπαμπάς μου με πήγε σε έναν πολύ καλό του φίλο που διέθετε Ωδείο για αρκετά χρόνια στην πόλη και ο οποίος ήταν γραφτό να συμβάλλει ουσιαστικά στο πλάσιμο της ψυχής μου.

Όταν ο μπαμπάς μου έγειρε την πελώρια άσπρη πόρτα μπροστά μου, απλώθηκε ένα χαριτωμένο, αλλά κατά τα άλλα μονότονο σαλονάκι σε αποχρώσεις του άσπρου και του βαθύ μπλε. Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ή ίσως η εικόνα που είχα ζωγραφίσει κατά την διάρκεια της διαδρομής μας εκεί, να απογοήτευσε μέσα σε λίγα λεπτά την όρασή μου. Ήμουν, δεν ήμουν ούτε έξι χρονών, τότε.

Εκείνο όμως,  που μου προξένησε τη μεγαλύτερη ανησυχία παρά εντύπωση ήταν οι πολλές πόρτες. Κλειστές, μουντές και άηχες. Και τότε, άκουσα.. Στα αριστερά μου, πίσω από την σφραγισμένη πόρτα ένα αγρίμι τραγούδαγε.

Δεν έβλεπα. Δε μύριζα. Δεν άγγιζα. Μονάχα άκουγα, κι αυτό που άκουγα πότε δυνάμωνε σε ένταση και πότε πάλι ησύχαζε. Πότε επιβράδυνε σε ταχύτητα, και πότε πάλι ‘’ έτρεχε ‘’ να ξεφύγει. Κι εγώ τίποτ’ άλλο δεν έκανα από το να παρακαλώ να μην σταματήσει. Άραγε, κάθε τι πίσω απ’ αυτές τις πόρτες, να έμοιαζε με τούτο εδώ;

Η πόρτα άνοιξε, μα ο ήχος συνέχισε να ακούγεται. Τώρα είχε γίνει πιο μελαγχολικός, πιο μακρόσυρτος. Τ’ αγρίμι πονούσε, πονούσε κι αυτό ακουγόταν. Από μέσα ξεπρόβαλε μια αντρική φιγούρα. Σταμάτησα για λίγο να ‘’ νιώθω ‘’ κι αρκέστηκα στο να συστηθώ. Ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα να περνώ το κατώφλι της πόρτας. Το σίγουρο, όμως είναι πως η επιθυμία μου μόλις είχε πραγματοποιηθεί.

Αυτό που αντίκρισα μήτε μ’ αγρίμι έμοιαζε, μήτε μ’ άνθρωπο. Ήταν… κάτι, κάτι άλλο. Κάτι που αδιαμφισβήτητα τα δικά μου μάτια δεν είχαν ξαναδεί! Ήταν όμορφο, κάτι όμορφο ανύπαρκτα υπαρκτό. Είχε όψη λυγερή και στιβαρή και το χρώμα αυτού κατάμαυρο, με γυαλιστερή και λεία υφή. Δεν κρατήθηκα να μην το αγγίξω… Καθώς πλησίασα πιο κοντά του, στο μπροστινό του μέρος έστεκε ένα εξίσου μαύρο δερμάτινο σκαμπό που στην ευθεία του ήταν άρτια τοποθετημένα πολλά, στη σειρά, ολόλευκα ‘’ κομμάτια ‘’, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονταν σε ανοδική διάταξη περίπου μισά σε σχέση με τα λευκά, ολόμαυρα. Άπλωσα το χέρι μου, όταν ξάφνου η φωνή του άνδρα με διέκοψε: ‘’ Και τώρα, δεσποινίς ας δούμε τι θα κάνουμε για’ σένα. Παρακαλώ, ας περάσουμε και στις υπόλοιπες αίθουσες… ‘’.

Γνώριζα ‘’ τι ‘’ θα μου ταίριαζε. Το’ χα νιώσει βαθιά στην ψυχή μου κι είχα φροντίσει να το στεριώσω καλά με το να ‘’ καρφώσω ‘’ γερά τα πόδια μου στο πάτωμα, ώστε κανένας και τίποτα να μην μπορέσει να με απομακρύνει από το μαύρο αγρίμι. Και τότε είχε έρθει η ώρα να δράσω: ‘’ Κύριε, πώς το λένε ‘’;

Δε μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν, αναμφίβολα δε ήθελα μετά μανίας να μάθω πως λεγόταν.  ‘’Πιάνο, γλυκιά μου! Είναι από τα ωραιότερα μουσικά όργανα, αλλά και πολύ δύσκολο εξίσου.” ‘’Εκείνος κατάλαβε και μου ξανά αποκρίθηκε: ‘’ Είσαι σίγουρη πως θα σου άρεζε κάτι τέτοιο; Είσαι και μικρούλα… Πώς θα το μάθεις; ‘‘.

Δεν του απάντησα ποτέ. Άλλωστε, δε θα καταλάβαινε. Στο σταυροδρόμι της ζωής μου ποτέ άλλοτε δεν έλαβα μια απόφαση τόσο γρήγορα, όπως τότε.

Άρχισα να παίζω πιάνο όταν ήμουν γύρω στα έξι. Αυτό ήταν το πρώτο μου πάθος.

ΤΕΛΟΣ  ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

 

Μέρος Β’: Diminuendo (Μέρος Β’)

Το ξέρω πως μια μέρα θα ξυπνήσω, και δε θα σε βρω στο διπλανό δωμάτιο, ξαπλωμένη. –Πάντα νωρίς σηκώνεσαι..

Το ξέρω πως κατεβαίνοντας εκείνη την ατελείωτα μαρμάρινη σκάλα που από μικρό παιδί σε θυμάμαι να φωνάζεις πως πρέπει να κρατιέμαι από το κάγκελο για να μην πέσω και ‘’ φάω τα μούτρα μου ‘’, όπως χαρακτηριστικά θυμάμαι να μου λες κι έπειτα να γελάς με την γκριμάτσα που σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου, όχι μαμά, δε θα είσαι στην κουζίνα για να μου φτιάξεις καφέ και να γκρινιάξεις που μέχρι αργά χθες βράδυ γελούσα και μιλούσα φωναχτά με τους φίλους μου στο τηλέφωνο. -Συγγνώμη που σε ξύπνησα τόσες φορές…

Το ξέρω πως όταν επιστρέψω το μεσημέρι από τη σχολή δε θα κάθεσαι στο τραπέζι και το αγαπημένο μου φαγητό δε θα βρίσκεται σερβιρισμένο, -για να κρυώνει- , στο πιάτο μου, στην αριστερή πάντα πλευρά, δίπλα στον μπαμπά. –Θυμάσαι;

Το ξέρω πως όταν χρειαστεί να φύγω δε θα με ‘’ πετάξεις ‘’, δέκα λεπτά απόσταση με το αμάξι, πάντα βιαστικά , για να μην χάσω το προγραμματισμένο μου δρομολόγιο. –Αφού με ξέρεις , άνθρωπος της τελευταίας στιγμής.

Το ξέρω πως δε θα μ’ αγκαλιάσεις και δε θα μου πεις να προσέχω πού πάω και με ποιούς γυρίζω. Να μην πιω πολύ και να μην ξενυχτήσω. Να με γυρίσει κάποιο από τα παιδιά σπίτι γιατί φοβάσαι. –Μαμά , πίνω πολύ η αλήθεια είναι , μα με προσέχουν τα παιδία και με αγνώστους δε βγαίνω.

Το ξέρω πως όταν θα σε πάρω στο τηλέφωνο, κανείς δε θα το σηκώσει μαμά και τις είκοσι φορές που θα’ ναι , με διαφορά ενός λεπτού η μία από την άλλη, – είμαι και ψυχαναγκαστική αν θυμάσαι – , με το να πηγαίνω νευρικά πάνω-κάτω και που και που να ξεστομίζω και από καμιά κακιά ΄΄λεξούλα΄΄, από εκείνες που κοκκίνιζες όταν τύχαινε να με ακούς να λέω. – Τι ειρωνεία να με ακούς εσύ πια.

Το ξέρω πως δε θα είσαι εκεί όταν με τα αδέρφια μου μαλώνω μαμά, για να μην παίρνεις ποτέ το δικό μου μέρος στους τσακωμούς μας, – κανένα παράπονο – , γιατί θεωρείς πως καμιά ανάγκη δεν έχω εγώ από υποστήριξη, αφού ‘’ μ’ έκανες ‘’ ένα δυνατό παιδί, ν’ αντέχω μαμά… – Τα κατάφερα, όμως, μαμά;

Το ξέρω, μαμά, πως δε σου λέω συχνά ‘’ σ’ αγαπώ ‘’ και ‘’ μου λείπεις ‘’. Μα συγχωρεσέ με, μαμά που καμιά φορά, μπροστά σε τέτοια συναισθήματα, εγώ, -ναι εγώ -, δηλώνω απροκάλυπτα και δίχως να ντρέπομαι αυτή μου την αδυναμία, την ώρα που άλλοι άνθρωποι δεν τα έχουν καν ‘’ αγγίξει ‘’. – Δε με έμαθες έτσι.

Συγχωρεσέ με αν μιλάω πολύ πάλι, μαμά… Μα με ξέρεις, πάντα το κάνω. Μη φοβάσαι, όμως, προσπαθώ να το αλλάξω, αφού είναι από εκείνα που μπορούν να αλλάξουν, μαμά.

Μην πας πουθενά μαμά….

Μη φύγεις, μαμά…

Δε θέλω να φύγεις, μαμά…

Δε θα ήθελα να φύγεις ακόμη, μαμά.

Φεύγοντας, μου είπες να προσέχω…

Ξέρετε, είναι από’ κείνες τις φράσεις που εμείς οι άνθρωποι επιζητούμε μανιωδώς να τις ΄΄συνδέσουμε΄΄με ανεκπλήρωτους έρωτες, απωθημένα, αγάπες και σχέσεις πρόχειρα γεφυρωμένες χωρίς κανένα παρόν. Από εκείνες που δε θα ευδοκιμούσαν σε κανένα μέλλον, και πιθανότατα, δε θα αποκτούσαν και κανένα παρελθόν ώστε να αναπολείς και να αφηγείσαι.

  Όχι… Στην πραγματικότητα το κρυμμένο νόημα που υπάρχει πίσω από μια τέτοια φράση δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ανάγκη σου να πιστέψεις σε κάτι το ανώφελο, και ακριβώς τίποτα περισσότερο από την επιθυμία σου να νικήσεις την αυταπάτη που τόσο καλά, και για τόσον καιρό ΄΄έτρεφες΄΄ στο μυαλό σου.

  Είναι οι αυταπάτες που εύκολα κανείς μπορεί να τις προσομοιάσει με τα «happy end» των ταινιών… Κατά βάθος, όλοι μας γνωρίζουμε πως στην ρεαλιστική έκδοση της πραγματικότητάς μας, ασφαλώς και δεν συμπεριλαμβάνεται κάποια αίσια, αισιόδοξη αν θέλετε, κατάληξη.

  Έτσι, λοιπόν, μιλάμε για εκείνο το άβολο « να προσέχεις» μεταξύ δύο ανθρώπων που κανείς τους δεν γνωρίζει το πώς και το τί θα πρέπει να πει και να πράξει αντίστοιχα.

Κι εκείνη τη στιγμή, η αμφιβολία κάνει νωχελικά την εμφάνισή της, πάντοτε έτοιμη κι αναμφίβολα έχοντας μαζί της, ΄΄τις καλές΄΄ της προθέσεις: ‘’ Μα γιατί σου λέει « να προσέχεις» , κι όχι απλώς ένα «αντίο» ; ‘’

                                     ………………………………..

  Είμαι μεγάλο πια κορίτσι για να λύνω αινίγματα. Για να σου είμαι κι απόλυτα ειλικρινής, ποτέ δε με γοήτευσε η ιδέα των εμποδίων σε κάτι που εξαρχής, χάρη στην ήδη υπάρχουσα πολυπλοκότητά του, ήξερα πως δε θα μου επέτρεπε να επιλύσω.

  Και μην ακούτε αυτούς που λένε πως  η απουσία κάποιου καθίσταται λυτρωτική, δημιουργώντας παράλληλα ένα είδος παράλυσης που σου επιτρέπει αν μη τι άλλοι άλλο να τον ξεχάσεις. Η απουσία του βρίσκεται απλά εκεί για να σε μάθει να συνυπάρχεις μαζί της… Για να σου υπενθυμίζει την αβεβαιότητα, την ανικανότητα και τον τρόπο που ποτέ δε βρήκες για να διορθώσεις τα πράγματα μεταξύ σας.

  Ξέρω πως το θέλησες, μα δε μπόρεσες.

Ξέρω πως προσπάθησες, και δε σου δόθηκε η ευκαιρία.

Ξέρω πως το επιδίωξες, μα δε σε βοήθησε κανείς.

Ξέρω πως σε πονάει, μα ξέρω καλά πως ο πόνος, συνήθεια αποτελεί.

Ξέρω και πως παραπονιέσαι τώρα, μα κι επίσης ξέρω πως  χωρίς αυτόν τον πόνο, η ύπαρξή σου δε θα γίνει ποτέ πια, τραγικά, η ίδια!

  Να φύγεις…! Να φύγεις και να μην κοιτάξεις πίσω.

Δε θα μείνω για να σου πω.. ‘’ να προσέχεις ‘’. Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να σε αποχαιρετήσω.

Μα θα μου λείψεις… Και κάθε φορά που θα κάθομαι σε εκείνο το τραπέζι, θα αφήνω πάντοτε την καρέκλα και τη θέση δίπλα μου αδειανή, κοιτώντας και περιμένοντας να με ξαφνιάσει η παρουσία σου. Για να σου δείξω πως έμαθα να με προσέχω…

Ξέρεις, καμιά φορά τα καταφέρνω και κρύβομαι καλά απ’ αυτό που
είμαι.
Όχι επειδή δεν έχω επιλογή, αλλά γιατί κάθε φορά γίνομαι ολοένα και
καλύτερος στο να ‘’εξαφανίζω’’ αυτό που είμαι.
Τόσο ανατριχιαστικά που μπορεί πλέον να μην ξέρω ποιός είμαι, γιατί
είμαι κι αν είμαι…
Γιατί είμαι;
Αν είμαι…
Και σε ποιόν ή σε τί χρησιμεύει αυτό που είμαι…
Άραγε, είμαι αυτό που οι άλλοι θέλουν να με πείσουν πως είμαι;
Ή μήπως, είναι εκείνοι αυτό που θέλω εγώ, θαμπά, να βλέπω πως
είναι;
Ατέρμονος ο κύκλος, μακάβρια η πορεία του.
Ατελές το νόημα, ατελέσφορη και η σημασία του.
Μα ξέρεις, προσπαθώ να γίνω αυτό που από πάντα επιθυμούσες να με
δεις να γίνομαι…
Μοχθώ να ξεφύγω από τον φόβο του να με μετατρέψεις σε κάτι που δε
θέλω να με δω, να γίνομαι.
Σε εκείνο που όλοι τους, θα’ θελαν να δουν να μου συμβαίνει…
Γιατί θα γίνω… Σίγουρα θα γίνω αυτό που πρέπει και θέλησα από
μικρός να γίνω!
Θα έρθει εκείνη η ‘’καμιά’’ φορά, που άλλο πια δε θα κρύβομαι.
Και θα σε περιμένω… Γιατί θα έχω γίνει αυτό που με απελπισία
προσπάθησες να μην γίνω!
Θα σε περιμένω… Μέχρι τη στιγμή που εσύ θα πάψεις πια να είσαι αυτό
που οι άλλοι σ’ αφήνουν να πιστεύεις πως είσαι.
Εκεί, κρυμμένος, θα σε περιμένω…!