Κι έτσι, ετοίμαζα για πολύν καιρό τις φτερούγες που θα με πετούσαν μακριά.
Σμήλευα, προσέθετα, κι αφαιρούσα.
Σαν να’θελε ο λογισμός μου να αλλάξει κατιτίς.

Έγινα Θεός, κι έκανα ό,τι ήθελα, δίχως στάλα να ανταριάζω το μέσα μου
Κι αυτή η μέρα γίνηκε, έφτασε!

Σημάδια που πεισματικά αγνοούσα.
Κινήσεις που εγωιστικά παραδεχόμουν.
Όλα σε μια αλληλένδετη, εκκωφαντική αρμονία, μα συνάμα τόσο ηχηρά αθόρυβη στα δικά μου …-

Άδειο ,ένα άδειο σώμα.
Μια νεφέλη που στο πέρασμά της διέλυε και κατέστρεφε.

  – Τους άλλους;
   – Όχι δα!

Ήταν αρκετή για εκείνους• και το γνώριζε.
Κι όσο περισσότερο το γνώριζε, τόσο οι φτερούγες επιχειρούσαν την ανάβασή της.
Σιωπηλά, ώστε ο θόρυβος να νικήσει την ατολμία της.

Ήθελε να πετάξει μακριά, αλλά ήταν τόσο ανάλαφρη που η άϋλη ,πια, οπτασία της αντανακλούσε αβάσταχτα την βαρύτητα.

Κι έτσι πέταξε.
  Άμορφη, άθραυστη!
             Ελεύθερη..

Κι έκλαψα, έκλαψα κι απόκαμα όλα τα βάσανα, όλα τα βάρη που
κουβαλούσε βαθιά μέσα της η ψυχή μου.
Μάλλον φταίει που καμωμένες θα’θελε κανείς να λέγει πως είναι πολλές οι
ριμάδες οι αμαρτίες μέσα μου.

Κοντοστάθηκα λίγο στην άκρη του κρεβατιού, απέναντι από το μεγάλο
φωτεινό, – κάποιες φορές -, παράθυρο.
Κι εκείνη σαν να’ταν η στιγμή που άρχισα και συλλογιόμουν…
Ο πατέρας μου, μου’χε πει κάποτε πως ό,τι κι αν είναι να φέρει η ζωή
μπρος στα πόδια μου, να μην παραιτηθώ. Πως… δεν πρέπει να παραιτηθώ!
Η μητέρα μου μα θες, ίσως είχε κατορθώσει από νωρίς να δει και την δειλή, ‘’
άφτιαχτη ‘’ ακόμα, πλευρά του εαυτού μου. Ήταν η παρηγοριά μου, όταν
όλοι οι άλλοι την ίδια στιγμή με θεωρούσαν… άτρωτη!
Κι ήταν που ο ήχος της βροχής σαν να έπαυσε την σκέψη μου, να σώπασε
τις μνήμες μου, που τώρα ξαναγίνονταν σταλαγματιές και ξέφευγαν δίχως
τελειωμό από τις σχισμές των ματιών μου.
Ο ουρανός ίσα που άνοιξε και άφησε κι εκείνος με τη σειρά του την βροχή να
ξεχυθεί από τα δεσμά του, σημάδι πως κι εκείνος λυπήθηκε την πίκρα και
συνέπασχε με τις πληγές μου, θέλοντας τώρα να τις απαλύνει.
Τελείωνε… Το΄νιωθα πως τελείωνε, και η ψυχή μου δεν βάσταγε να
σκέφτεται πως τούδε και στο εξής θα πλανιόταν μόνη της.
Οι σταλαγματιές επέστρεψαν στα μάτια μου, μα τούτη δα τη στερνή φορά
φλέγονταν, λάβωναν την ψυχή μου.
Μόνος, ως έτσι κίνησα από την αρχή για τον δρόμο της ευτυχίας που τώρα
λεύτερος, άρχισα να κατηφορίζω προς τα πίσω.
Το ‘’ ποιός ‘’ ήμουν και το ‘’ τί ‘’ γύρεψα εκεί, ποτέ μου δεν κατάφερα και να
το μάθω. Μα σάμπως, μήτε το θέλησα και ποτέ.
…………………………………………………………………………………………
Κι άρχισα κι έκλαιγα…
Έκλαψα, ώσπου απόκαμα!

Ξέρεις, καμιά φορά τα καταφέρνω και κρύβομαι καλά απ’ αυτό που
είμαι.
Όχι επειδή δεν έχω επιλογή, αλλά γιατί κάθε φορά γίνομαι ολοένα και
καλύτερος στο να ‘’εξαφανίζω’’ αυτό που είμαι.
Τόσο ανατριχιαστικά που μπορεί πλέον να μην ξέρω ποιός είμαι, γιατί
είμαι κι αν είμαι…
Γιατί είμαι;
Αν είμαι…
Και σε ποιόν ή σε τί χρησιμεύει αυτό που είμαι…
Άραγε, είμαι αυτό που οι άλλοι θέλουν να με πείσουν πως είμαι;
Ή μήπως, είναι εκείνοι αυτό που θέλω εγώ, θαμπά, να βλέπω πως
είναι;
Ατέρμονος ο κύκλος, μακάβρια η πορεία του.
Ατελές το νόημα, ατελέσφορη και η σημασία του.
Μα ξέρεις, προσπαθώ να γίνω αυτό που από πάντα επιθυμούσες να με
δεις να γίνομαι…
Μοχθώ να ξεφύγω από τον φόβο του να με μετατρέψεις σε κάτι που δε
θέλω να με δω, να γίνομαι.
Σε εκείνο που όλοι τους, θα’ θελαν να δουν να μου συμβαίνει…
Γιατί θα γίνω… Σίγουρα θα γίνω αυτό που πρέπει και θέλησα από
μικρός να γίνω!
Θα έρθει εκείνη η ‘’καμιά’’ φορά, που άλλο πια δε θα κρύβομαι.
Και θα σε περιμένω… Γιατί θα έχω γίνει αυτό που με απελπισία
προσπάθησες να μην γίνω!
Θα σε περιμένω… Μέχρι τη στιγμή που εσύ θα πάψεις πια να είσαι αυτό
που οι άλλοι σ’ αφήνουν να πιστεύεις πως είσαι.
Εκεί, κρυμμένος, θα σε περιμένω…!