Από μικρό παιδί αναρωτιόμουν γιατί οι άνθρωποι τείνουν συνεχώς να αλλάζουν παρέες, συντρόφους, φίλους και κύκλους, μην ξέροντας μάλλον κι οι ίδιοι καν πως ο φαύλος κύκλος του να “πηγαινοέρχεσαι”, -δυστυχώς-, δεν θα κλείσει ποτέ.

  Αν με ρωτήσει κανείς τώρα για τους παιδικούς μου φίλους, η μοναδική μου αντίδραση θα είναι αρχικά το απόλυτο κενό• κενό μνήμης, κενό συναισθήματος ή μπορεί κι απλά να είναι η άρνηση του εαυτού μου να μη θελήσει να θυμηθεί ανθρώπους και καταστάσεις που τον χάραξαν βαθιά. Καταστάσεις που μάλλον τον πλήρωσαν, μάλλον έφυγαν, μα σίγουρα δε θα ξανά γυρνούσαν ποτέ. Και η ιστορία ξεκινά κάπως έτσι. Με μια απλή, άϋλη σκέψη. Με μια απορία που ίσως, δε θα λυθεί ποτέ. 

  Σε συνδυασμό, λοιπόν, με όλες αυτές τις ανυπόφορες και συνάμα αιώνια άλυτες ερωτήσεις που ταλάνιζαν ασύγχρονα το “μέσα ” μου, άρχισε, παράλληλα, να πλάθεται ασυνείδητα κι αδίστακτα ένα αίσθημα άγνωστο. Στην ιδέα και μόνο του να συμβεί, όλος μου ο κόσμος μελάνιαζε, μαχόταν και ούρλιαζε, ενώ μάταια εγώ προσπαθούσα να τον αγκαλιάσω και να τον παρηγορήσω. Είχε νικήσει! Είχε φωλιάσει και μέρα με τη μέρα ένιωθα στα σπλάχνα μου να κυοφορώ τον μεγαλύτερό μου φόβο. 

  Ο καιρός,έτσι, προχωρούσε κι εγώ συμβιβαζόμουν όλο και περισσότερο πως πλέον και για όλο μου το υπόλοιπο, η πορεία μας θα είναι παράλληλη και κοινή. Μα εσώτερα, ήλπιζα με όσο σθένος μου είχε απομείνει, πως τούτες εδώ οι παράλληλες, δε θα συναντηθούν ποτέ! 

  Όλα είχαν γραφτεί πιο νωρίς, μα τότε δεν γνώριζα να τα διαβάσω, μήτε και για να είμαι ειλικρινής προσπάθησα ποτέ. Είχα το “κακό ” συνήθειο να αφήνω τη βούληση των ανθρώπων ελεύθερη, αβίαστη, αυθόρμητη να μου παρουσιάσει το ποιοι πραγματικά προσπαθούσαν να γίνουν στο πλάι μου. Ποτέ δεν προσπαθούσα να αλλάξω την “χωρίς αναγκασμούς” αυτή πορεία• αν κάτι τελείωνε, τελείωνε και δεν υπήρχε γυρισμός. Δεν επεδίωκα καν να υπάρξει, και μ’αυτην μου την απόφαση συνέχισα να συμπορεύομαι.

  Άρχισα δειλά, άκομψα κάποιες φορές να πλάθω τις σχέσεις μου με τους άλλους, να υφαίνω ασταμάτητα δίχως να διορθώνω κάτι που δεν μ’άρεζε από την αρχή. Είχα πειστεί πως “τέλειο”, δε σημαίνει κι “αψεγάδιαστο “, κι έτσι έμαθα να καλοδέχομαι το οτιδήποτε δίχως να αμφιταλαντεύομαι και να αναρωτιέμαι, να παραξενεύομαι και να ενοχλούμαι από την εκάστοτε συμπεριφορά και κατάσταση, μέχρι…

  Στην διάρκεια αυτής της εσωτερικής κατανόησης των πραγμάτων, κάθε υφής ανθρώπου κατάφερνε να αγγίζει το μέσα μου και να αναμειγνύεται με αυτό. Άραγε, ήταν πράγματι η εγκατάλειψη που φοβόμουν ολοκληρωτικά ή με τρόμαζε το να μείνω αποκλειστικά μόνη με τον εαυτό μου;

Το δύσκολο σημείο, βέβαια, ήταν όταν αυτό το κομμάτι ξεκολλούσε από μένα, και η επούλωση, για άτομα σαν και του λόγου μου, είναι μια χρονοβόρα διαδικασία. Ολοένα και πιο έντονο, ολοένα και πιο συχνό, σαν ένας εφιαλτικός κύκλος, σαν ένα ατελείωτα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο, μόνο που κάθε φορά, με ράγιζε όλο και βαθύτερα.

  Κι έρχονταν κι εκείνες οι φορές που ο χρόνος δεν προλάβαινε να το “γιατρέψει “. Οι παύσεις δεν διαρκούσαν πια πολύ, τα κενά δεν ήταν πια αρκετά. Και τότε κατάλαβα. Οι άνθρωποι, βλέπεις, συνήθιζαν πάντοτε να μου μιλούν με λέξεις, φαινομενικά κι αδιόρατα εύλογα επιχειρήματα. Το πρόβλημα δε, ήταν πως εγώ έμαθα να τους κοιτάζω με συναισθήματα, αφιλτράριστα κι ανίκανα να αντιδράσουν.

Εκείνη τη φορά ήταν που κατάλαβα γιατί δε μπορούσα να ξεφύγω απ’όλο αυτό. Μα ήταν πια αργά…

    ……………………………………………….

 

  Λίγο καιρό μετά, έπαψα πια να αντιστέκομαι. Τα πράγματα είχαν διαλέξει και πλέον είχαν πάρει τον δρόμο τους. Κι εγώ δεν είχα άλλη επιλογή, παρά να ακολουθήσω και να πλανιέμαι σε μια διαδικασία λήθης. Γιατί καμιά φορά, η πιο σωστή απόφαση, είναι να πηγαίνεις με την ροή των πραγμάτων!